Η Barilla Hellas αποτελεί τη μεγαλύτερη εταιρεία ζυμαρικών στην Ελλάδα, παράγοντας και διανέμοντας κορυφαίας ποιότητας προϊόντα Barilla και MISKO, τόσο στο εσωτερικό, όσο και σε 19 χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Ο όμιλος έχει μία μεγάλη ιστορία στον χώρο των τροφίμων και αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις στον τομέα της διατροφής.

Η εταιρεία ξεκίνησε την πορεία της το 1877, στην ιταλική πόλη Parma από τον Pietro Barilla κι έκτοτε παρέμεινε στην οικογένεια Barilla, με την τέταρτη γενιά να κρατάει σήμερα τα ηνία του ομίλου. Ελέγχει συνολικά 20 εμπορικά σήματα, έχει περίπου 18000 υπαλλήλους και καταλαμβάνει το 40-45% της ιταλικής αγοράς στον τομέα των ζυμαρικών και το 25% στις Ηνωμένες Πολιτείες. Παράγει ετησίως 4000 τόνους ζυμαρικών και αποτελεί τον μεγαλύτερο πωλητή προϊόντων ψωμιού στην Ιταλία. Παράλληλα, με την εξαγορά της σουηδικής εταιρείας Wasa, η Barilla είναι παγκοσμίως ο μεγαλύτερος παρασκευαστής άζυμου ψωμιού σκανδιναβικού τύπου (flatbread), με πωλήσεις 60.000 τόνων ετησίως. Όσον αφορά τη βιομηχανική της δύναμη, η Barilla Group διαθέτει πολλά εργοστάσια στην Ιταλία, ένα στην Ελλάδα και δύο στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η ελληνική εταιρεία MISKO αποτελεί μία από τις παλαιότερες επιχειρήσεις που παρήγαγε ζυμαρικά στην Ελλάδα και πλέον συμπεριλαμβάνεται στην οικογένεια Barilla. Το 1927, η MISKO ιδρύεται από τις οικογένειες Μιχαηλίδη και Κωνσταντίνη κι αρχίζει η παραγωγή ζυμαρικών στο εργαστήριο που διαθέτουν στον Πειραιά. Το 1953, οι νέοι ιδιοκτήτες της εταιρείας είναι οι οικογένειες Μάντζικα, Παπαναστασίου, Παπαχρυσάνθου και Θεοδωράκη. Την ίδια χρονιά, η παραγωγή των ζυμαρικών MISKO μεταφέρεται στην Πάτρα, σε νέες υπερσύγχρονες, για εκείνη την περίοδο, εγκαταστάσεις και έτσι γίνεται η πρώτη εταιρία που συσκευάζει τα μακαρόνια της. Το 1991, η εταιρεία γίνεται μέλος της οικογένειας Barilla, αποκτώντας με αυτόν τον τρόπο τη δυνατότητα να αναπτυχθεί παγκοσμίως στο πλαίσιο ενός ισχυρού ομίλου με διεθνή παρουσία.  Το 2000, η MISKO εγκαινιάζει ένα νέο υπερσύγχρονο εργοστάσιο, μεγάλης παραγωγικής δυνατότητας, το οποίο ιδρύεται στον Ελαιώνα, στη Θήβα, καθιστώντας την Ελλάδα παραγωγικό πόλο για τις διεθνείς αγορές. Η επένδυση αυτή αποτελεί τη μεγαλύτερη που έχει γίνει ποτέ στην Νοτιοανατολική Ευρώπη στην αγορά των ζυμαρικών. Τέλος, από το 2017, ο όμιλος έχει εγκαινιάσει το Πρόγραμμα Ελληνικού Σίτου, που στόχο έχει την εξέλιξη και τη δημιουργία μιας αειφορικής παραγωγής υψηλής ποιότητας σκληρού σίτου στην Ελλάδα, αλλά και τη δημιουργία προστιθέμενης αξίας για τον παραγωγό, το περιβάλλον και την κοινωνία.

Τόσο η Barilla, όσο και η MISKO έχουν αποσπάσει πληθώρα βραβείων σε διάφορους τομείς. Σημαντική διάκριση για την Barilla υπήρξε η λήψη του χρυσού βραβείου στην κατηγορία Sustainable Procurement των Environmental Awards 2015. Ειδικότερα, στο πλαίσιο ενός ευρύτερου προγράμματος με τίτλο ’’Good for You, Good for the Planet’’, η Barilla συνεχίζει τη δέσμευσή της για ποιότητα και βελτίωση της βιωσιμότητας του σκληρού σίτου σε σύγκριση με τις παραδοσιακές καλλιέργειες. Η συλλογή των στοιχείων και οι κατευθυντήριες γραμμές για μια καλλιέργεια σκληρού σίτου υψηλής ποιότητας, τη μείωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, τη βελτιωμένη οικονομική απόδοση χάρη στη σωστή αγροτική τεχνική και τη χρήση κατάλληλων ποικιλιών στη σπορά, έχουν συγκεντρωθεί σε έναν «Δεκάλογο Καλλιέργειας», συγκεκριμένο για την ελληνική επικράτεια. Ο δεκάλογος αυτός, διανέμεται στους παραγωγούς και τους τεχνικούς του αγροτικού τομέα, οι οποίοι από το 2002 τηρούν συμβάσεις καλλιέργειας με την Barilla.

Συνολικά, λοιπόν, ο όμιλος Barilla και η MISKO, αποτελούν εταιρείες με ιδιαίτερη δυναμική στον χώρο των ζυμαρικών, η οποία πηγάζει από την συνεχή τους προσπάθεια να εξελίσσονται και να αναζητούν τις βέλτιστες τεχνικές που θα τους εξασφαλίσουν προϊόντα υψηλής ποιότητας.